ἐνθάκη
ἐνθᾱκ-η, ἡ,
- = ἐνέδρα, LW 1471 (Pompeiopolis).
asiento, banco
ἐποίησε τὸν θρόνον σὺν ... ταῖς ἀναβάθραις τῆς ἐνθάκ<η>ς
asiento, banco
ἐποίησε τὸν θρόνον σὺν ... ταῖς ἀναβάθραις τῆς ἐνθάκ<η>ς