ἐρίσχηλος
ἐρίσχηλος, ον,
- = λοίδορος, ἐρισχήλοις κορυνήταις Parth. Fr. 18; cf. ἐρεσχηλέω.
ἐρί·σχηλος, ος, ον, insulteur, Nicæn. fr. 20.
ἐρίσχηλος, = λοίδορος, EM. 374.50 aus Parthen.