ἐρισύβη Save LSJ Bailly 2024 ἐρισύβη, ἡ, = ἐρυσίβη, LXX De. 28.42, Hsch. ἐρισύβη, ης (ἡ) réc. c. ἐρυσίβη, Spt. Deut. 28, 42.