ἐρίτμητος
ἐρίτμητος, well-cut
ἐρί-τμητος, ον,
- well-cut, ἱμάντες Opp. C. 4.106.
ἐρί·τμητος, ος, ον, bien coupé, Opp. C. 4, 104.
Étym. ἐρι-, τμητός.
ἐρίτμητος, gut geschnitten, ἱμάντες, Opp. Cyn. 4.106.