Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔνσω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνσυγκαταζέω
ἐνσύζυγος
ἐνσυλλαγχάνω
ἐνσυλλάμβανομαι
ἐνσύμβολον
ἐνσυνάπτομαι
ἐνσυνέχομαι
ἐνσύνθηκος
ἐνσυντόμως
ἐνσφαιρόω
ἐνσφηκόομαι
ἐνσφηκόω
ἐνσφηνόομαι
ἐνσφηνόω
ἐνσφίγγω
ἐνσφονδύλια
ἐνσφραγίζω
ἐνσφράγισις
ἐνσφρηγίζω
ἐνσχάζομαι
ἐνσχεδιάζομαι
ἐνσχέδιος
ἐνσχερώ
ἔνσχεσις
ἐνσχηματίζω
ἐνσχίζω
ἐνσχισμός
ἔνσχιστος
ἐνσχολάζω
ἐνσχολέω
ἔνσω
ἐνσῴζομαι
ἐνσωματίζομαι
ἐνσωματίζω
ἐνσωμάτισις
ἐνσώματος
ἐνσωματόω
ἐνσωμάτωσις
ἔνσωμος
ἔνσων
ἐνσών
ἐνσωρεύω
ἐνταγής
ἐντάγιον
ἐντάδε
ἐντακτέον
ἔντακτος
ἐνταλαιπωρέομαι
ἐνταλαιπωρέω
ἔνταλμα
ἐνταλτήριον
ἐνταλτικῶς
ἐνταμιεύομαι
ἐνταμιευόμενον
ἐνταμίευτος
ἐνταμιεύω
ἐντάμνω
ἐντάνυσις
ἐντανυσμός
ἐντανύω
ἐντάξιμος
…
ἔνσω
Save
DGE
*ἔνσω
•
DMic.
e-so
(?),
cf.
εἴσω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}