ἐνσφράγισις
ἐνσφράγισις, imprint
ἐνσφρᾱγ-ισις, εως, ἡ,
- imprint, in pl., Plot. 4.3.26, 4.6.1.
impronta
οὐδ' ὥσπερ αἱ ἐνσφραγίσεις οὐδ' ἀντερείσεις ἢ τυπώσεις
ἐνσφράγισις, εως (ἡ) [ᾱῐσ] empreinte, Plot. Enn. 2, 729.
Étym. ἐνσφραγίζω.
ἐνσφράγισις, ἡ, das Einprägen, Sp.