ῥᾴδιος
ῥᾴδιος, ῥᾴδιος, ῥᾳδίᾱ, ῥᾴδιον, easy
Could not find ῥηίστη in Logeion dictionaries.
ῥηίστη Adjective: feminine nominative singular superlative, Adjective: feminine vocative singular superlative of ῥᾴδιος
- easy, ready, and so easy to make or do, opp. χαλεπός (Arist. Rh. 1363a23); ῥηΐδιόν τι ἔπος a word easy to understand and follow, Od. 11.146, cf. h.Ap. 534; οἶμος ῥηϊδίη an easy road, Hes. Op. 292; ταχὺς γὰρ Ἅιδης ῥᾷστος ἀνδρὶ δυστυχεῖ, i. e. least painful, E. Hipp. 1047: c. inf., τάφρος περῆσαι ῥηϊδίη easy to pass over, Il. 12.54; ῥηΐτεροι πολεμίζειν ἦσαν Ἀχαιοί easier to fight with, 18.258; ῥηΐτεροι . . Ἀχαιοῖσιν ἐναιρέμεν easier for them to slay, 24.243; οὐ ῥηΐδιʼ ἐστὶ θεῶν ἐρικυδέα δῶρα ἀνδράσι γε θνητοῖσι δαμήμεναι 20.265; ῥᾴονι ἂν ἐχρώμεθα τῷ Φιλίππῳ we should have found P. easier to resist, D. 1.9.
- 2 ῥᾴδιόν ἐστι it is easy, c. inf., ῥᾴδιον πόλιν σεῖσαι καὶ ἀφαυροτέροις Pi. P. 4.272; τοῖς γὰρ δικαίοις ἀντέχειν οὐ ῥᾴδιον S. Fr. 78, cf. Ph. 1395, Ar. Th. 68, Th. 6.21, etc.: c. acc. et inf., τύραννον εὐσεβεῖν οὐ ῥᾴδιον S. Aj. 1350, cf. X. HG 6.2.10; χαλεπὸν τὸ ποιεῖν, τὸ δὲ κελεῦσαι ῥ. Philem. 27; τὸ ἐπιτιμᾶν ῥ. καὶ παντὸς εἶναι D. 1.16; ῥᾷον παραινεῖν ἢ παθόντα καρτερεῖν Men. Mon. 471, etc.: ῥᾷστοί εἰσιν ἀμύνεσθαι,= ῥᾴδιόν ἐστιν αὐτοὺς ἀμύνεσθαι, Th. 4.10; ῥᾷσται ἐς τὸ βλάπτεσθαι (sc. αἱ νῆες) Id. 7.67.
- b also ῥᾴδιόν ἐστι it is a light matter, you think little of doing, παρʼ ὑμῖν ῥ. ξενοκτονεῖν E. Hec. 1247.
- 3 Adv. phrase, ἐκ ῥᾳδίας easily, Plot. 4.8.1.
- II easy-going, adaptable, ῥ. ἤθεα E. Hipp. 1116 (lyr.); in bad sense, reckless, unscrupulous, ῥ. τὸν τρόπον Luc. Merc.Cond. 40, cf. Alex. 4; ῥ. τὼ ὀφθαλμώ having a roving eye, Alciphr. 1.6; cf. B. I.2, ῥᾳδιουργός.
- 2 ῥᾴων γενέσθαι to be easier, get better, of a sick person, Hp. Loc.Hom. 34; ὡσπερεὶ ῥ. ἔσομαι shall feel easier, better, D. 45.57; ταῦτʼ ἢν ποιῇς, ῥ. ἔσει Theopomp.Com. 62; Εὐριπίδου μνήσθητι, καὶ ῥ. ἔσει Philippid. 18.
- B Adv. ῥᾳδίως, Aeol. βραϊδίως Theoc. 30.27; Ep. and Ion. ῥηϊδίως, as always in Hom.; ῥηδίως Herod. 7.69:—easily, readily, Il. 4.390, al., Hes. Op. 43, Hdt. 9.2, etc.; in Trag. and Att. freq. ῥᾳδίως φέρειν bear lightly or with equanimity, make light of a thing, E. Andr. 744, etc.; ῥ. προσίσταται ib. 232; ῥ. ἀπολείπειν to leave not unwillingly, Th. 1.2; ῥᾳδίως ἀπαλλάττοιντο αὐτῶν Pl. Phd. 63a.
- 2 in bad sense, lightly, recklessly, ῥ. περὶ μεγάλων βουλεύεσθαι Th. 1.73, cf. Pl. Lg. 917b; ῥᾳδίως οὕτως in this easy, thoughtless way, Id. R. 377b, 378a; ῥ. τολμῶσι λέγειν Lys. 19.49.
- 3 of things, ταλάντου ῥᾳδίως ἄξιος easily, fully worth a talent, Is. 8.35; οὐ ῥ. hardly, scarcely, Plu. Lyc. 31, cf. Aud. 2.39b.
- II Comp., ῥᾷον φέρειν Th. 8.89; ῥ. ὀμνύναι κἀπιορκεῖν ἢ ὁτιοῦν nothing so easy, D. 54.39; Ion. ῥήϊον Hp. Int. 12; also ῥηϊτέρως, Id. Mul. 1.1, 26.
- III Sup. ῥᾷστα, esp. in phrases, ῥᾷστα φέρειν S. OT 983; ὡς ῥᾷστα φέρειν A. Pr. 104, E. Hel. 254, cf. Supp. 954, etc.; ῥ. τε καὶ ἥδιστα βιοτεύειν X. Mem. 2.1.9; later, ἐκ τοῦ ῥᾴστου D.H. Comp. 25, Plu. Fab. 11: Ep. ῥηΐτατα Od. 19.577.
1. van zaken gemakkelijk:
2. van pers. gemakkelijk (in de omgang
3. met inf. gemakkelijk om te
4. adv. met gemak, zonder moeite:
Der regelmäßige Kompar. ῥᾳδιώτερος wird von Poll. 5.107 aus Hyperid. angeführt (s. nachher); ῥᾳδιώτατος scheint gar nicht vorzukommen ; gew., wie von ῬαΙΣ, ῬΗΙΣ (s. ῥᾴ), ῥᾴων, ion, ῥηΐων, ῥήϊον, u. bei Hom. ῥηΐτερος, Il. 18.258, 24.243 ; dor. ῥᾴτερον, Pind. Ol. 8.60 ; superl. ῥᾷστος, ion.-ep. ῥήϊστος, Od. 4.565 ; auch ῥηΐτατος, 19.577, 21.75 ; ῥᾴων ὁδός, Plat. Phaedr. 272b ; ῥᾴστη τεχνῶν, Polit. 292e ; – ῥᾳδιέστερος haben Sp., wie Pol. 11.1.1, 16.20.4 ; auch Hyperid. bei Ath. X.424d ; Arist. Probl. 2.42 ; – ῥᾳότερος wird von Phryn. als schlechte Form angeführt, s. Lobeck p. 402 ; – ὥσπερ ῥᾴων ἔσομαι, es wird mir leichter zu Mute sein, Dem. 45.57 ; ῥᾴων ἐγίγνετο, er wurde besser, von Erholung nach schwerer Krankheit, Sp.; dah. Suid. εὐθυμότερος, ἀπήμων erkl.
• Adv. ῥᾳδίως, ion. u. ep. ῥηϊδίως , Il. 4.390, 9.184 u. oft in der Od.; τὴν πεπρωμένην δὲ χρ ἡ αἶσαν φέρειν ὡς ῥᾷστα, Aesch. Prom. 104, wie ῥᾷστα τὸν βίον φέρειν Soph. O.R. 983 ; ῥᾷον νόσον οἴσεις, Eur. Hipp. 205 ; τὸν βίον χρὴ ὡς ῥᾷστα διεκπερᾶν, Suppl. 954 ; ῥᾳδίως λόγους ποιεῖς, Plat. Phaedr. 275b ; oft mit φέρειν, wie Eur. Bacch. 640 ; Xen. Mem. 2.2.9 u. A.; leichtsinnig, unüberlegt, temere, Plat. Legg. XII 917b, vgl. Apol. 24c, Charm. 172d ; ῥᾳδίως διαλέγεσθαι, im Ggstz von ὀκνεῖν, Xen. Mem. 3.7.7 ; ῥᾷστα καὶ ἥδιστα βιοτεύειν, 2.1.9 ; – ῥᾷον wird in vielen Vrbdgn als Positiv angesehen, wie Dem. 16.24, καὶ πολύ γε ῥᾷον ; vgl. Lobeck Phryn. 403 ; während umgekehrt auch ῥᾴδιον als Kompar. gilt, s. Lobeck a.a.O.
- 1easy τὸ διδάξασθαι δέ τοι εἰδότι ῥᾴτερον (Boeckh: ῥαίτερον codd.) O. 8.60 ῥᾴδιον μὲν γὰρ πόλιν σεῖσαι καὶ ἀφαυροτέροις P. 4.272
- Ieasy, ready, easy to make or do, opp. to χαλεπός, Hom., etc.; ῥηίδιόν τοι ἔπος a word easy for thee to understand, Od.:—c. inf., τάφρος ῥηιδίη περῆσαι easy to pass over, Il.; ῥηίτεροι πολεμίζειν easier to fight with, Il.
- 2ῥᾴδιόν ἐστι it is easy to do a thing, c. inf., Pind., Thuc.; c. acc. et inf., τύραννον εὐσεβεῖν οὐ ῥᾴδιον Soph.; also, ῥᾷστοί εἰσιν ἀμύνεσθαι ῥᾴδιόν ἐστιν αὐτοὺς ἀμύνεσθαι, Thuc.
- balso, ῥᾴδιόν ἐστι it is a light matter, you think little of doing, παρʼ ὑμῖν ῥ. ξενοκτονεῖν Eur.
- IIof persons, easy, complaisant, Lat. facilis, commodus, Dem.:—in bad sense, reckless, Luc.
- Badv. ῥᾳδίως, Epic and Ionic ῥηιδίως, easily, lightly, readily, willingly, Hom., etc.; ῥᾳδίως φέρειν to bear lightly, make light of a thing, Eur., etc.
- 2in bad sense, lightly, recklessly, rashly, Thuc.; ῥᾳδίως οὕτω in this easy, thoughtless way, Plat.
- IIcomp., ῥᾷον φέρειν Thuc.
- IIISup. ῥᾷστα, esp. in phrases, ῥᾷστα φέρειν Soph.; ὡς ῥᾷστα φέρειν Aesch.
-
…ταῦτʼ ἐστὶν ἃ νυνδὴ ἐγὼ ἔλεγον πάντα ὀνόματα τοῦ αὐτοῦ ἑνὸς ὄντος. τοῦτʼ ἐστὶν ὃ ἔτι ἐπιποθῶ. ἀλλὰ ῥᾴδιον τοῦτό γʼ, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ἀποκρίνασθαι, ὅτι ἑνὸς ὄντος τῆς ἀρετῆς μόριά ἐστιν ἃ ἐρωτᾷς .…
Plato, Protagoras
-
…ὡς ἠπείλουν αὐτῷ ἐγὼ ἀποκτενεῖν, καὶ ὡς τοῦτό ἐστιν ἡ πρόνοια. ἐγὼ δʼ ἡγοῦμαι, ὦ βουλή, ῥᾴδιον εἶναι γνῶναι ὅτι ψεύδεται, οὐ μόνον ὑμῖν τοῖς εἰωθόσι σκοπεῖσθαι περὶ τῶν τοιούτων, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι…
Lysias, Speeches
-
…τοὺς τοῦ δήμου προεστηκότας καὶ τοὺς στρατηγοῦντας καὶ ταξιαρχοῦντας. τούτους οὖν ἐβούλοντο ἁμῶς γέ πως ἐκποδὼν ποιήσασθαι, ἵνα ῥᾳδίως ἃ βούλοιντο διαπράττοιντο. πρῶτον μὲν οὖν Κλεοφῶντι ἐπέθεντο ἐκ τρόπου τοιούτου. ὅτε γὰρ ἡ πρώτη ἐκκλησία περὶ τῆς…
Lysias, Speeches
-
…μέλλοντες ἐπέσκηψαν · ἅπαντα γὰρ ταῦτα ἀκριβῶς ἂν μαθόντες ἥδιον καὶ ὁσιώτερον Ἀγοράτου τουτουὶ καταψηφίζοισθε. ὅθεν οὖν ἡμεῖς τε ῥᾷστα διδάξομεν καὶ ὑμεῖς μαθήσεσθε, ἐντεῦθεν ὑμῖν ἄρξομαι διηγεῖσθαι. ἐπειδὴ γὰρ αἱ νῆες αἱ ὑμέτεραι διεφθάρησαν καὶ τὰ πράγματα…
Lysias, Speeches
-
…τὴν αὑτῶν ἀπελθόντες οἱ μὲν πάλιν ἐπαιδεύοντο, οἱ δὲ περὶ τῶν λοιπῶν ἐβουλεύοντο. καθʼ ἕκαστον μὲν οὖν οὐ ῥᾴδιον τὰ ὑπὸ πολλῶν κινδυνευθέντα ὑφʼ ἑνὸς ῥηθῆναι, οὐδὲ τὰ ἐν ἅπαντι τῷ χρόνῳ πραχθέντα ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ δηλωθῆναι .…
Lysias, Speeches
-
…ὁ δὲ ἄδικος ἀμαθής τε καὶ κακός. ὁ δὴ Θρασύμαχος ὡμολόγησε μὲν πάντα ταῦτα, οὐχ ὡς ἐγὼ νῦν ῥᾳδίως λέγω, ἀλλʼ ἑλκόμενος καὶ μόγις, μετὰ ἱδρῶτος θαυμαστοῦ ὅσου, ἅτε καὶ θέρους ὄντος τότε καὶ εἶδον ἐγώ…
Plato, Republic
-
…ἔστειλε πεντήκοντα μυριάδας στρατιάν. ἡγησάμενοι δέ, εἰ τήνδε τὴν πόλιν ἢ ἑκοῦσαν φίλην ποιήσαιντο ἢ ἄκουσαν καταστρέψαιντο, ῥαδίως τῶν πολλῶν Ἑλλήνων ἄρξειν, ἀπέβησαν εἰς Μαραθῶνα, νομίσαντες οὕτως ἂν ἐρημοτάτους εἶναι συμμάχων τοὺς Ἕλληνας, εἰ ἔτι…
Lysias, Speeches
-
…στασιάσαντες πρὸς ἀλλήλους βίᾳ παρόντων Πελοποννησίων καὶ τῶν ἄλλων ἐχθρῶν εἰς τὴν αὑτῶν οἷοί τε ἐγένοντο κατελθεῖν, δῆλον ὅτι ῥαδίως ἂν ὁμονοοῦντες πολεμεῖν αὐτοῖς ἐδύναντο. ἐκεῖνοι μὲν οὖν διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ κινδύνους ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων ζηλοῦνται · ἄξιον…
Lysias, Speeches
-
…τοῦτον οὖν σκόπει, εἴπερ βούλει κρίνειν ὅσῳ μᾶλλον συμφέρει ἰδίᾳ αὑτῷ ἄδικον εἶναι ἢ τὸ δίκαιον. πάντων δὲ ῥᾷστα μαθήσῃ, ἐὰν ἐπὶ τὴν τελεωτάτην ἀδικίαν ἔλθῃς, ἣ τὸν μὲν ἀδικήσαντα εὐδαιμονέστατον ποιεῖ, τοὺς δὲ ἀδικηθέντας καὶ…
Plato, Republic
-
…ἀδικεῖν με διαφθείροντα. ἐγὼ δέ γε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀδικεῖν φημι Μέλητον, ὅτι σπουδῇ χαριεντίζεται, ῥᾳδίως εἰς ἀγῶνα καθιστὰς ἀνθρώπους, περὶ πραγμάτων προσποιούμενος σπουδάζειν καὶ κήδεσθαι ὧν οὐδὲν τούτῳ πώποτε ἐμέλησεν · ὡς δὲ τοῦτο…
Plato, Apology