γεφυροποιέω
γεφυροποιέω, make a bridge
γεφῡρο-ποιέω,
- make a bridge, Plb. 3.64.1.
construir un puente
τοῖς ἐπιτηδείοις γ. παρήγγειλε
γεφυροποιέω-ῶ [ῡ] construire un pont, Pol. 3, 64, 1.
Étym. γεφυροποιός.
γεφυροποιέω, [ῡ], eine Brücke schlagen, Pol. 3.64.1.