Δηλογενής
Δηλογενής, Delos-born
Δηλογενής, Dor. Δᾱλ-, ές,
- Delos-born, Simon. 26 B, B. 3.58, 10.15.
*Δηλο·γενής, seul. dor. Δαλο·γενής, ής, ές [ᾱ] né à Dèlos, Poèt. (Arstt. Rhet. 3, 8) (Δῆλος 1, γεν- de γίγνομαι).
Δηλογενής
γίγνομαι
- Delos-born, Simon.