About Report a problem

Menu

δήλημα

δήλημα, a mischief, bane

δήλ-ημα, ατος, τό,
  • mischief, bane, ἄνεμοι χαλεποί, δηλήματα νηῶν Od. 12.286; ὁδοιπόρων A. Fr. 123; βροτοῖσιν h.Ap. 364, cf. S. OT 1495; τύχης δηλήμασι IPE 2.197 (Pantica-paeum).

Saved

Recent