δηλοποιέω
δηλοποιέω, to make clear
manifestar, revelar, aclarar
τῶν παθῶν τὸ αὐθαίρετον
• c. or. complet. c. ὡς:
γράμματα ... ἃ καὶ ἐδηλοποίουν ἡμῖν, ὡς τὴν ἡμετέραν (χώραν) καταλαβέσθαι πολύχουν ἠθέλησας
τί δέ ἐστι ... δηλοποιηθήσεται
• v. med. mismo sent., c. ὅτι:
τὸ κρατῆσαι τῆς γλώττης δηλοποιεῖται, ὅτι
δηλο·ποιέω-ῶ (seul. ao. part. -ήσαντος) faire connaître, Plut. Per. 33.
Étym. δῆλος, ποιέω.
δηλοποιέω, kund machen, Plut. Pericl. 33 u. a.Sp.
δηλοποιέω
- to make clear, Plut.