δηλητήριος
δηλητήριος, noxious
- noxious, φάρμακα SIG 37 (Teos, v B. C.), cf. J. BJ 1.13.10, Gal. Nat.Fac. 3.7, Hdn. 3.5.5.
- 2 δηλητήριον (sc. φάρμακον), τό, poison, Hp. Ep. 19 (Hermes 53.69), Plu. QConv. 2.662c, Hdn. 1.17.10, Lib. Or. 64.33; τὰ ὑγιεινὰ καὶ τὰ νοσερὰ καὶ τὰ δ. Porph. Abst. 3.8.
I
1 nocivo, deletéreo, venenoso
φάρμακον
δυνάμεις
ἑρπετόν
ἰός
δένδρον ... δηλητηρίου δυνάμεως
βαράθρου δηλητηρίαν αὔραν ἀποπνέοντος
• c. gen.
τὸ δὲ αἷμα αὐτοῦ δηλητήριόν ἐστι τριχῶν
2 fig. pernicioso
II subst. τὸ δ. (sc. φάρμακον) veneno
κιτρίον ... ἀντιφάρμακόν ἐστι παντὸς δηλητηρίου
καὶ δηλητηρίου ψυχὴ δολερὰ πικρότερον
τὰ ὑγιεινὰ καὶ τὰ νοσερὰ καὶ τὰ δηλητήρια