Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Διμαλλίτης
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διλέμνιον
δίλεξος
διλέσβιον
διλέσβιος
δίλετον
διλήκυθον
δίλημμα
διλήμματος
διλήμνιον
δίληπτος
Διλιμνῖται
διλίτης
διλιτραῖος
διλιτριαῖος
διλιτρόμηλον
δίλιτρον
διλογέω
διλογητέον
διλογία
διλογίζω
δίλογος
διλογχίδιον
δίλογχος
διλοππισμός
δίλοφος
διλοχία
διλοχίτης
δίλωρος
δίμακρος
Διμάλη
Διμαλλίτης
δίμαλλος
Δίμαστος
διμάτιον
διμάτωρ
διμάχαι
διμάχαιρος
διμάχης
διμέδιμνον
διμέδιμνος
δίμελος
Διμενηνός
Διμερανός
διμερής
διμερῶς
διμέτρητος
δίμετρον
δίμετρος
διμέτωπος
διμηνία
διμηνιαῖος
διμήνιος
δίμηνος
Διμήνσιοι
δίμηρον
δίμηρος
διμήτριος
διμήτωρ
διμισσωρία
δίμιτος
διμίτριος
…
Διμαλλίτης
Save
DGE
Διμαλλίτης
-ου, ὁ
dimalita
, ét.
de Dimala
,
IG
7.282.3 (Oropo III a.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}