Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Νύχιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νῦσσος
νύσσω
νύσταγμα
νυσταγμός
νυστάζω
νυστακτής
νυστακτικός
νυστακτικῶς
νυσταλέος
νυσταλογερόντιον
νύσταλος
νύσταξις
νύττω
νύχα
νυχαῖος
νυχάλιος
νυχαυγής
νυχεγρεσία
νυχεία
Νυχεία
νύχειος
νύχευμα
νυχεύω
νυχηβόρος
νυχθημερήσιος
νυχθημερινός
νυχθημέρινος
νυχθήμερον
νυχθήμερος
νύχιος
Νύχιος
νύχμα
νυχοβόρος
νύχος
Νύψιος
νώ
νῷ
νῶ
Νωβελίων
νώγαλα
νωγαλέον
νωγαλέος
νωγάλευμα
νωγαλεύω
νωγαλίζω
νωγάλισμα
νώγαλον
νωδογέρων
νωδός
νωδότης
νωδυνία
νώδυνος
νῶε
Νῶε
νώθεια
νωθής
νωθητός
νωθός
νωθουρίς
νώθουρος
νωθράς
…
Νύχιος
Save
Bailly 2024
Νύχιος,
ου
(
ὁ
)
[
ῠ
] Nykhios,
h.
Q. Sm.
2, 364
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}