Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νῶε
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νυχεύω
νυχηβόρος
νυχθημερήσιος
νυχθημερινός
νυχθημέρινος
νυχθήμερον
νυχθήμερος
νύχιος
Νύχιος
νύχμα
νυχοβόρος
νύχος
Νύψιος
νώ
νῷ
νῶ
Νωβελίων
νώγαλα
νωγαλέον
νωγαλέος
νωγάλευμα
νωγαλεύω
νωγαλίζω
νωγάλισμα
νώγαλον
νωδογέρων
νωδός
νωδότης
νωδυνία
νώδυνος
νῶε
Νῶε
νώθεια
νωθής
νωθητός
νωθός
νωθουρίς
νώθουρος
νωθράς
νωθρεία
νωθρεπιθέτης
νωθρεύω
νωθρία
νωθριάω
νωθρίη
νωθροκάρδιος
νωθροποιός
νωθρός
νωθρότης
νωθρώδης
νωθρῶς
νωθώδης
νωθῶς
νῶϊ
νῶι
νωΐτερος
νωίτερος
νῶκαρ
νωκαρώδης
νωκελίς
Νῶλα
…
νῶε
Save
LSJ
Pape
νῶε, v. ἐγώ III.
νῶε
, poet. = νῶϊ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}