νύσταλος
νύσταλος, drowsy
νύστ-ᾰλος, ον,
- drowsy, γερόντιον Com.Adesp. 875 (-λέον Kock), cf. D.L. 6.77:— written νυσταλογερόντιον in EM 609.38.
νύσταλος, schläfrig ; νύσταλον γερόντιον, Cram. Anecd.Ox. I p. 31, wofür EM. 609.38 νυσταλογερόντιον hat, was in νυκταλογερόντιον, τό, ein schläfriger Alter, geändert ist.