Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Οὐροτάλ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
οὔρινον ᾠόν
οὐριοδρομέω
οὐριοδρόμος
οὔριον
Οὔριον
οὔριον ᾠόν
οὔριος
οὐριοστάτας
οὐριοστάτης
οὐριότης
οὐριόω
οὐρίς
οὔρισμα
οὐριῶ
οὕρνις
οὐροβόρος
οὐρόγαλον
οὐροδόκη
οὐροδοχεῖον
οὐροδόχη
οὐροδόχιον
οὐροδόχος
οὐροειδής
Οὖροι
οὖρον
οὐροπύγιον
οὖρος
οὐρός
οὖροσι
οὐροτάλ
Οὐροτάλ
οὐροτομέω
οὐροφύλαξ
οὐρόω
Οὖρσον ἄλσος
οὐρώδης
οὖς
οὖσα
οὐσείδιον
οὔσης
οὐσία
οὐσιάζω
οὐσιακός
οὐσιάρχης
οὐσίδιον
οὐσιομετρία
οὐσιοπάτωρ
οὐσιοποιός
οὐσιότης
οὐσιόω
Οὐσίπαι
οὐσιώδης
οὐσίωσις
οὐσιώτερα
οὐσιώτερος
οὐσιωτικός
οὐσιωτός
οὔσκη
οὖσον
οὖτα
οὐτάζω
…
Οὐροτάλ
Save
Bailly 2024
Οὐροτάλ
(
ὁ
) Ourotal,
n. de Bacchus chez les Arabes,
Hdt.
3, 8
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}