οὐρώδης
οὐρώδης, of the tail
οὐρώδης, ες, (οὐρά)
- of the tail or rump, τένοντες Hp. Acut.(Sp.) 37 (14) (v.l. for ὀρρ-).
οὐρώδης, ης, ες, du croupion, Hpc. 403, 2.
Étym. οὐρά, -ωδης.