Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
οὐροειδής
οὐροειδής, like a tail
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Οὐρία
Οὐρίας
οὐρίαχος
οὐριβάτας
οὐριβάτης
οὐρίζω
οὐρίθρεπτος
οὔρινον
οὔρινον ᾠόν
οὐριοδρομέω
οὐριοδρόμος
οὔριον
Οὔριον
οὔριον ᾠόν
οὔριος
οὐριοστάτας
οὐριοστάτης
οὐριότης
οὐριόω
οὐρίς
οὔρισμα
οὐριῶ
οὕρνις
οὐροβόρος
οὐρόγαλον
οὐροδόκη
οὐροδοχεῖον
οὐροδόχη
οὐροδόχιον
οὐροδόχος
οὐροειδής
Οὖροι
οὖρον
οὐροπύγιον
οὖρος
οὐρός
οὖροσι
οὐροτάλ
Οὐροτάλ
οὐροτομέω
οὐροφύλαξ
οὐρόω
Οὖρσον ἄλσος
οὐρώδης
οὖς
οὖσα
οὐσείδιον
οὔσης
οὐσία
οὐσιάζω
οὐσιακός
οὐσιάρχης
οὐσίδιον
οὐσιομετρία
οὐσιοπάτωρ
οὐσιοποιός
οὐσιότης
οὐσιόω
Οὐσίπαι
οὐσιώδης
οὐσίωσις
…
οὐροειδής
Save
οὐροειδής, like a tail
LSJ
οὐροειδής, ές,
like a tail,
οἰκουμένη
Agathem.
1.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}