παννέφελος
παννέφελος, all-cloudy
παν-νέφελος, ον,
- all-cloudy, Orph. H. 19.4.
παν·νέφελος, ος, ον, tout nuageux, Orph. H. 18, 4.
Étym. π. νεφέλη.
παννέφελος, ganz wolkig, Orph. H. 18.4.
παννέφελος, all-cloudy