Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πορθμεύτρια
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πορεία
πορεῖν
πορεῖον
πορενβῆκις
πόρευμα
πορεύομαι
πορεύς
πορεύσιμος
πόρευσις
πορευτέος
πορευτικός
πορευτός
πορεύω
Πορηδόραξ
πορήϊον
Πορθεύς
πορθέω
πορθεών
πόρθημα
πόρθησις
πορθητήριος
πορθητής
πορθητικός
πορθήτωρ
πορθμεία
πορθμεῖον
πόρθμευμα
πορθμεύς
πορθμευτής
πορθμευτικός
πορθμεύτρια
πορθμεύω
Πορθμήϊα
πορθμήϊον
πορθμία
πορθμικός
πόρθμιον
πόρθμιος
πορθμίς
πορθμός
Πορθμός
πορθμοφυλακία
πόρθος
Πόρθων
πορθώτης
πορία
πορίζω
πόριμος
ποριμότης
πόριον
πόρις
πόρισμα
πορισμός
ποριστέον
ποριστής
ποριστικός
ποριστός
πόρκας
πορκεύς
Πορκεύς
πόρκης
…
πορθμεύτρια
Save
Pape
πορθμεύτρια
, ἡ, fem. zu πορθμευτής, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}