σταφυλοκαύστης
στᾰφῠλο-καύστης, ου, ὁ, = σταφυλιοκαύστης (q.v.), Paul.Aeg. 6.79.
σταφυλο·καύστης, ου (ὁ) [ᾰῠ] instrument pour brûler les ulcères de la luette, P. Eg. 6, 31.
Étym. στ. καίω.
σταφυλοκαύστης, ὁ, den Zapfen brennend, Paul.Aeg.