σταφυλοκάτοχον
στᾰφῠλο-κάτοχον, τό,
- = σταφυλάγρα, Aët. ap. J.G.Schneider ad Nic. Al. 511 p. 243 (Halle 1792).
σταφυλο·κάτοχον, ου (τὸ) [ᾰῠᾰ] pince pour saisir la luette, Aét.
Étym. στ. κατέχω, v. σταφυλάγρα.