Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φορεσσακής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φορβαία
φορβαιά
φορβαῖος
φορβάμων
φόρβαντα
Φορβαντεῖον
φορβάς
Φόρβας
φορβασία
φορβεά
φορβειά
φορβή
φόρβια
φορβιά
φόρβιον
φόρβον
φορβόν
φόρβυτα
φοργάνη
φορεαφόρος
φορέεσκε
φόρεθρον
φορειά
φορειαφόρος
φορεῖον
φορειοφόρος
φόρεμα
φορεσία
φόρεσις
φορέσκω
φορεσσακής
φορετρίζω
φόρετρον
φορεύς
φορεύω
φορέω
φορηδόν
φόρημα
φορήμεναι
φόρημι
φόρησις
φορητέον
φορητέος
φορητικός
φορητός
φορί
φόριγγες
φορίη
φορικός
φόριμος
φορίνη
φορινόομαι
φορινόω
φόριον
φορίς
φόρκες
Φορκίδες
φορκιδόω
φορκόν
Φόρκος
φορκός
…
φορεσσακής
Save
Pape
φορεσσακής
, ές, = φερεσσακής,
f.l.
bei Nonn.
D
. 15.66.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}