αἰδήσιμος Save LSJ Bailly 2024 Pape αἰδήσιμος, ον, poet. for αἰδέσιμος, Orph. A. 1346. αἰδήσιμος, ος, ον, c. αἰδέσιμος, Orph. Arg. 1346. αἰδήσιμος, Orph. Arg. 1346, für αἰδέσιμος.