αἱμαλωπίς Save Bailly 2024 Pape αἱμαλωπίς, ίδος (ἡ) [ᾰ] épanchement de sang, Diosc. 2, 95. Étym. αἱμάλωψ. αἱμαλωπίς, ίδος, ἡ, = αἱμάλωψ, Diosc.