αἰμάτινος
αἰμάτινος, of blood, bloody
αἰμάτῐνος, η, ον,
- of blood, bloody, στιγμή Arist. HA 561a11; δάκρυα Sch. E. Hec. 241.
- 2 red, of glass, Plin. HN 36.198.