Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αἱματεύω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αἱμαγμός
αἱμαγωγός
αἱμακορία
αἱμακουρία
αἱμακουρίαι
αἱμακτικός
αἱμακτός
αἰμαλέον
αἱμαλέος
αἱμαλώδης
αἱμαλωπιάω
αἱμαλωπίς
αἱμαλωπώδης
αἱμάλωψ
αἵμαξις
αἱμαπτοϊκός
αἱμάροια
αἱμαρρόεις
αἱμάρροϊα
αἱμαρροϊκόν
αἱμαρροϊκός
αἱμάς
αἱμασιά
αἱμασιή
αἱμασιολογέω
αἱμασιώδης
αἱμάσσω
αἱματάω
αἱματεκχυσία
αἱματέκχυτος
αἱματεύω
αἱμάτη
αἱματηρός
αἱματηφόρος
αἱματία
αἱματίζω
αἱματικός
αἰμάτινος
αἱμάτινος
αἱμάτιον
αἱματίς
αἱματίτης
αἱματῖτις
αἱματοδεκτικός
αἱματοδόχος
αἱματοειδής
αἱματόεις
αἱματολοιχός
αἱματολουσία
αἱματομαντεία
αἱματοποιέω
αἱματοποιητικός
αἱματοποιός
αἱματοποσία
αἱματοποτέω
αἱματοπωτέω
αἱματοπώτης
αἱματοπῶτις
αἱματοπώτις
αἱματόρραντος
αἱματορροέω
…
αἱματεύω
Save
DGE
αἱματεύω
proporcionar sangre
ἓν τὸ ἄλλο αἱματεύει
Anon.Alch.22.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}