αἱματώψ
αἱματώψ, bloody to behold, blood-stained
αἱμᾰτ-ώψ, ῶπος, ὁ, ἡ,
- = αἱματωπός, E. HF 933 (cj. Pors.).
sanguinolento
ῥίζας τ' ἐν ὄσσοις αἱματῶπας ἐκβαλών
αἱματώψ
= αἱματωπός, Eur.