Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αἱματορροέω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αἱματεύω
αἱμάτη
αἱματηρός
αἱματηφόρος
αἱματία
αἱματίζω
αἱματικός
αἰμάτινος
αἱμάτινος
αἱμάτιον
αἱματίς
αἱματίτης
αἱματῖτις
αἱματοδεκτικός
αἱματοδόχος
αἱματοειδής
αἱματόεις
αἱματολοιχός
αἱματολουσία
αἱματομαντεία
αἱματοποιέω
αἱματοποιητικός
αἱματοποιός
αἱματοποσία
αἱματοποτέω
αἱματοπωτέω
αἱματοπώτης
αἱματοπῶτις
αἱματοπώτις
αἱματόρραντος
αἱματορροέω
αἱματορρόφος
αἱματόρρυτος
αἱματοσπόδητος
αἱματοσταγής
αἱματοσφαγής
αἱματουργός
αἱματοφλεβοστάσιες
αἱματοφλοιβοστάσιες
αἱματόφυρτος
αἱματοχαρής
αἱματοχάρμης
αἱματοχύσημα
αἱματοχυσία
αἱματοχύτης
αἱματόω
αἱμάττω
αἱματώδης
αἱματωπός
αἱμάτωσις
αἱματώψ
αἱμαχάτης
ἁιμαχέναι
αἱμάω
αἱμέθειρος
αἱμεῖον
ΑἱμήϜας
αἱμηπότης
αἱμηρός
αἶμι
αἰμίθεος
…
αἱματορροέω
Save
Bailly 2024
αἱματο·ρροέω-οῶ
[
ᾰ
]
c.
αἱμορρέω,
Herm.
Iatr.
394, 12
.
Étym.
αἷ. ῥόος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}