αἱματοποιητικός
αἱματοποιητικός, blood-making
αἱμᾰτο-ποιητικός, ή, όν,
- blood-making, δύναμις τοῦ ἥπατος Gal. 16.506:—also αἱμᾰτο-ποιός, 7.213, Sch. E. Hec. 90.
anat. productor de sangre
δύναμις
αἱματοποιητικός, ή, όν [ᾰ] propre à faire du sang, Gal. 16, 505.
αἱματοποιητικός, in Blut verwandelnd, Gal.