αἱματοποιός Save DGE Bailly 2024 αἱματοποιός -όν que produce sangre δύναμις Gal.7.213, ὄνυξ Sch.E.Hec.90. αἱματο·ποιός, ός, όν [ᾰ] qui fait couler le sang, Herm. Iatr. 388, 6. Étym. αἷ. ποιέω.