αἱματοχυσία
derramamiento de sangre
αἱματοχυσίαι γενήσονται εἰς <τὴν γῆν>
Ἄρης ... αἱματοχυσιῶν ἐστιν αἴτιος
αἱματο·χυσία, ας (ἡ) [ᾰῠ] effusion de sang, Tat. Or. ad Græc. 23.
Étym. αἷ. χέω.
derramamiento de sangre
αἱματοχυσίαι γενήσονται εἰς <τὴν γῆν>
Ἄρης ... αἱματοχυσιῶν ἐστιν αἴτιος