αἱμορροώδης
αἱμο-ρροώδης, ες,
- = αἱμορραγώδης, Hp. Coac. 306.
1 de hemorragia o flujo de sangre
σημεῖα
2 del flujo hemorroidal Hp.Coac.339.
αἱμορροώδης, ης, ες, qui concerne les flux de sang, Hpc. Coac. 168 ||
Cp. -έστερος, Hpc.
Étym. αἱμόρροος, -ωδης.
αἱμορροώδης, ες, blutflußartig, Medic.