About Report a problem

Menu

αἱμορραγικός

αἱμορραγικός, liable to

αἱμο-ρρᾰγικός, ή, όν,
  • liable to αἱμορραγία, Hp. Prorrh. 1.135, etc. Adv. -κῶς, τελευτᾶν Gal. 8.304.

Saved

Recent