αἱμορραγικός
αἱμορραγικός, liable to
αἱμο-ρρᾰγικός, ή, όν,
- liable to αἱμορραγία, Hp. Prorrh. 1.135, etc. Adv. -κῶς, τελευτᾶν Gal. 8.304.
1 que tiene hemorragias, hemorrágico Hp.Prorrh.1.135, Coac.162, Epid.4.13, 20.
2 adv. -ῶς por hemorragia
τελευτᾶν
αἱμορραγικός, ή, όν [ᾰ] sujet aux hémorrhagies, Hpc. 79b.
αἱμορραγικός, s. αἱμορραγία.