αὐλοειδής
1 con forma de tubo, tubular
πόροι (sc. ἀπὸ τῆς καρδίας) ... τι πυρῶδες ... διαχέουσι πνεῦμα
2 adv. -ῶς a través de un tubo
ὃς (sc. ὑμήν) ἄνωθεν ἐπὶ τὸ βάθος αὐ. διήκων
αὐλο·ειδής, ής, ές, en forme de flûte, Nyss. 1, 63 c, etc.
Étym. αὐλός, εἶδος.