αὐλίκουροι Save LSJ DGE Pape αὐλίκουροι· φύλακες, Hsch. αὐλίξ· φλέψ, Id. αὐλίξαι· στασιάσαι (leg. σταδ-) , δραμεῖν, Id. αὐλίκουροι· φύλακες Hsch. αὐλίκουροι, erkl. B.A. 463 φύλακες.