αὐτοκίνητος
αὐτοκίνητος, self-moved
- self-moved, Arist. Ph. 258a2, Plu. Frig. 2.952e, etc.; λογικὴ φύσις Ph. 1.36, cf. Procl. Inst. 14, Dam. Pr. 78; of live-stock, πράγματα κινητά τε καὶ ἀκίνητα καὶ αὐ. PMasp. 122.3 (vi A. D.), etc. Adv. -τως Procl. Inst. 195, Olymp. in Alc. p.61 C.
1 que se mueve por sí mismo, dotado de automoción de realidades físicas
τὸ ὅλον
τὸ πῦρ
κόσμος
πράγματα κινητά τε καὶ ἀκίνητα καὶ αὐτοκίνητα
δύναμις
τὸ ὄν
ψυχή
φύσις
ζωαί
νοῦς
ὁ τοῦ δημιουργοῦ λόγος
• en lit. crist., de Dios
κίνησις αὐ.
• subst. τὸ αὐ. lo que se mueve por sí mismo, la automoción
ταῖς ψυχαῖς ἐπιλάμπει ... τὸ αὐ.
λόγος τῆς ψυχῆς τὸ αὐτοκίνητον
τὸ αὐτοκίνητον τοῦ ἀκινήτου τε καὶ ἑτεροκινήτου μέσον
2 adv. -ως por automoción
αὐ. τῶν ἀκινήτων (τὰ εἴδη) ὑποδέξασθαι
αὐ. ἐνεργεῖν