Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτοκινήτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτοκατάκριτος
αὐτοκατάρα
αὐτοκατασκεύαστος
αὐτοκαταφύσιν
αὐτοκατήγορος
αὐτοκαύδαλος
αὐτοκαυδάλως
αὐτοκέλευθος
αὐτοκελευστί
αὐτοκέλευστος
αὐτοκελεύστως
αὐτοκέλευτος
αὐτοκελής
αὐτοκέραοπος
αὐτόκερας
αὐτοκέρας
αὐτοκέραστος
αὐτοκέρης
αὐτοκερκίς
αὐτοκέφαλον
αὐτοκέφαλος
αὐτοκῆρυξ
αὐτοκιβδήλως
αὐτοκιβώτιον
αὐτοκινέω
αὐτοκινησία
αὐτοκίνησις
αὐτοκινητίζομαι
αὐτοκινητικός
αὐτοκίνητος
αὐτοκινήτως
αὐτόκλαδος
αὐτόκλαυστος
Αὐτοκλείδης
αὐτόκληρος
Αὐτοκλῆς
αὐτόκλητος
Αὐτόκλητος
αὐτοκμής
αὐτόκμητος
αὐτόκομος
αὐτόκρανα
αὐτόκρανος
αὔτοκρας
αὐτόκρας
αὐτοκρασία
αὐτοκράτεια
αὐτοκράτειρα
αὐτοκρατής
Αὐτοκράτης
αὐτοκρατητικός
αὐτοκράτητος
αὐτοκρατορεύω
αὐτοκρατορία
αὐτοκρατόρια
αὐτοκρατορικός
αὐτοκρατορικῶς
αὐτοκρατορίς
Αὐτοκρατορίς
αὐτόκρατος
αὐτοκράτωρ
…
αὐτοκινήτως
Save
Bailly 2024
αὐτοκινήτως
[
ῑ
]
adv.
par un mouvement spontané,
Jambl.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}