αὐτοκινητίζομαι
αὐτοκινητίζομαι, to be self-moved
αὐτο-κῑνητίζομαι,
- to be self-moved, Dam. Pr. 18.
ser movido por sí mismo
ὑφ' οὗ τὸ αὐτοκίνητον ... αὐτοκινητίζεται
αὐτοκινητίζομαι, to be self-moved
ser movido por sí mismo
ὑφ' οὗ τὸ αὐτοκίνητον ... αὐτοκινητίζεται