Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτοκρατορικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτοκίνησις
αὐτοκινητίζομαι
αὐτοκινητικός
αὐτοκίνητος
αὐτοκινήτως
αὐτόκλαδος
αὐτόκλαυστος
Αὐτοκλείδης
αὐτόκληρος
Αὐτοκλῆς
αὐτόκλητος
Αὐτόκλητος
αὐτοκμής
αὐτόκμητος
αὐτόκομος
αὐτόκρανα
αὐτόκρανος
αὔτοκρας
αὐτόκρας
αὐτοκρασία
αὐτοκράτεια
αὐτοκράτειρα
αὐτοκρατής
Αὐτοκράτης
αὐτοκρατητικός
αὐτοκράτητος
αὐτοκρατορεύω
αὐτοκρατορία
αὐτοκρατόρια
αὐτοκρατορικός
αὐτοκρατορικῶς
αὐτοκρατορίς
Αὐτοκρατορίς
αὐτόκρατος
αὐτοκράτωρ
Αὐτοκράτωρ
αὐτοκρηής
αὐτόκρισις
αὐτόκριτος
αὐτόκτητος
αὐτοκτίστης
αὐτόκτιστος
αὐτόκτιτος
αὐτοκτονέω
αὐτοκτονία
αὐτοκτόνος
αὐτόκτονος
αὐτοκτόνως
αὐτοκυβερνητεί
αὐτοκυβερνήτης
αὐτοκύβος
αὐτόκυκλος
αὐτοκύλιστος
αὐτοκύριος
αὐτοκυρίως
αὐτόκωλος
αὐτόκωπος
αὐτόλαβος
Αὐτολάλαι
αὐτολαλητής
αὑτολαλητής
…
αὐτοκρατορικῶς
Save
Bailly 2024
αὐτοκρατορικῶς
[
ᾰ
]
adv.
en maître absolu,
Plut.
Ant.
15
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}