Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτομάττιτα
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτομακαριότης
Αὐτόμαλα
Αὐτομαλακίτης
αὐτομανής
αὐτομανία
αὐτόμαργος
αὐτομαρτυρέω
αὐτόμαρτυς
αὐτομάρτυς
αὐτοματάρειον
αὐτοματάρις
αὐτοματεί
αὐτοματεῖν
αὐτοματέω
Αὐτομάτη
αὐτομάτην
αὐτοματί
αὐτοματία
Αὐτοματία
αὐτοματίζω
αὐτοματισμός
αὐτοματιστής
αὐτοματοποιητική
αὐτοματοποιητικός
αὐτοματοποίητος
αὐτοματοποιητός
αὐτοματοποιϊκός
αὐτοματοποιός
αὐτόματος
αὐτοματουργός
αὐτομάττιτα
αὐτομάτως
αὐτομαχεί
αὐτομαχέω
αὐτόμεγα
αὐτομέγεθος
Αὐτομέδουσα
Αὐτομέδων
αὐτομέλαθρος
Αὐτομέλιννα
αὐτομεμφής
Αὐτομένης
αὐτομενίς
αὐτομετάβλητος
αὐτομετοχή
αὐτόμετρος
Αὐτομήδης
αὐτομήκης
αὐτομῆκος
αὐτόμηκος
αὐτομηνί
αὐτομήνυτος
αὐτομήστωρ
αὐτομήτωρ
αὐτόμισθος
αὐτόμοιρος
αὐτομολέω
αὐτομόλης
αὐτομόλησις
αὐτομολία
Αὐτόμολοι
…
αὐτομάττιτα
Save
LSJ
DGE
αὐτο-μάττιτα·
σπέρμα ἀνδρός,
Hsch.
†αὐτομάττιτα·
σπέρμα ἀνδρός
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}