About Report a problem

Menu

αὐτομολέω

αὐτομολέω, to desert

αὐτομολ-έω,
  • desert, Hdt. 8.82, Ar. Eq. 26, Th. 3.77, etc.; αὐ. πρὸς τοὺς Πέρσας Hdt. 1.127, etc.; ἐς αὐτούς Id. 3.154, al.; ἐς Ἀθήνας ἐκ Περσέων ib. 160; παρά τινος X. An. 1.7.13; εἰς τοὺς πολεμίους αὐτομολήσας οἴχεσθαι And. 1.44.
    • II metaph., αὐ. ἐν τῇ πολιτείᾳ keep changing sides, rat, Aeschin. 3.75; αὐ. πρὸς τὴν ἐλευθερίαν D.S. 2.26.
    • III come of oneʼs own accord, τὰ θηρία πρὸς τὰς παγίδας -μολήσει Lyd. Ost. 39.

Saved

Recent