Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτομαχεί
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Αὐτομαλακίτης
αὐτομανής
αὐτομανία
αὐτόμαργος
αὐτομαρτυρέω
αὐτόμαρτυς
αὐτομάρτυς
αὐτοματάρειον
αὐτοματάρις
αὐτοματεί
αὐτοματεῖν
αὐτοματέω
Αὐτομάτη
αὐτομάτην
αὐτοματί
αὐτοματία
Αὐτοματία
αὐτοματίζω
αὐτοματισμός
αὐτοματιστής
αὐτοματοποιητική
αὐτοματοποιητικός
αὐτοματοποίητος
αὐτοματοποιητός
αὐτοματοποιϊκός
αὐτοματοποιός
αὐτόματος
αὐτοματουργός
αὐτομάττιτα
αὐτομάτως
αὐτομαχεί
αὐτομαχέω
αὐτόμεγα
αὐτομέγεθος
Αὐτομέδουσα
Αὐτομέδων
αὐτομέλαθρος
Αὐτομέλιννα
αὐτομεμφής
Αὐτομένης
αὐτομενίς
αὐτομετάβλητος
αὐτομετοχή
αὐτόμετρος
Αὐτομήδης
αὐτομήκης
αὐτομῆκος
αὐτόμηκος
αὐτομηνί
αὐτομήνυτος
αὐτομήστωρ
αὐτομήτωρ
αὐτόμισθος
αὐτόμοιρος
αὐτομολέω
αὐτομόλης
αὐτομόλησις
αὐτομολία
Αὐτόμολοι
αὐτόμολος
αὐτομόλπως
…
αὐτομαχεί
Save
Bailly 2024
αὐτο·μαχεί
[
ᾰ
]
adv.
en combattant pour soi-même,
DC.
Exc.
p. 161 Mai
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}