Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτοπτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτοπολίτης
αὐτοπόνητον
αὐτοπόνητος
αὐτόπονος
αὐτόπορος
αὐτοπόρφυρος
αὐτοποσόν
αὐτοποσότης
αὐτόπους
αὐτοπραγέω
αὐτοπραγία
αὐτοπραγματεύτως
αὐτοπρακτόριον
αὐτόπρακτος
αὐτοπραξία
αὐτόπρεμνος
αὐτοπρεπής
αὐτοπροαίρεσις
αὐτοπροαίρετος
αὐτοπροαιρέτως
αὐτοπροθύμως
αὐτοπρόνοια
αὐτοπροσαῖτις
αὐτοπροσωπέω
αὐτοπρόσωπος
αὐτοπροσώπως
αὐτόπτερος
αὐτοπτέω
αὐτόπτης
αὐτοπτικός
αὐτοπτικῶς
αὐτόπτις
αὔτοπτος
αὐτόπτυκτος
αὐτόπυρ
αὐτοπυραμίς
αὐτοπυρίας
αὐτοπυρίτης
αὐτόπυρος
αὐτόπυρος ἄρτος
αὐτοπώλης
αὐτοπωλική
αὐτοπωλικός
αὐτορ
αὐτορέγμων
αὐτορήτωρ
αὐτορίζα
αὐτόριζος
αὐτόροφος
αὐτόρρεκτος
αὐτόρρευστος
αὐτόρριζος
αὐτορριφής
αὐτόρρυτος
αὐτόρυτος
αὐτός
αὑτός
ἁὐτός
αὐτοσανδαράκη
αὐτόσαρξ
αὐτοσαυτόν
…
αὐτοπτικῶς
Save
Bailly 2024
αὐτοπτικῶς,
adv.
d’après le témoignage des yeux,
Gal.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}