αὐτόρυτος
αὐτόρυτος, flowing of its own accord
αὐτόρυτος, v. le préc.
αὐτόρῠτος
- 1flowing of its own accord υἱὸς Δανάας· τὸν ἀπὸ χρυσοῦ φαμὲν αὐτορύτου ἔμμεναι P. 12.17