Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὑτός
αὑτός, the same (crasis of ὁ αὐτός)
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτόπτερος
αὐτοπτέω
αὐτόπτης
αὐτοπτικός
αὐτοπτικῶς
αὐτόπτις
αὔτοπτος
αὐτόπτυκτος
αὐτόπυρ
αὐτοπυραμίς
αὐτοπυρίας
αὐτοπυρίτης
αὐτόπυρος
αὐτόπυρος ἄρτος
αὐτοπώλης
αὐτοπωλική
αὐτοπωλικός
αὐτορ
αὐτορέγμων
αὐτορήτωρ
αὐτορίζα
αὐτόριζος
αὐτόροφος
αὐτόρρεκτος
αὐτόρρευστος
αὐτόρριζος
αὐτορριφής
αὐτόρρυτος
αὐτόρυτος
αὐτός
αὑτός
ἁὐτός
αὐτοσανδαράκη
αὐτόσαρξ
αὐτοσαυτόν
αὐτοσαυτοῦ
αὐτόσε
αὐτοσέβαστος
αὐτοσθενής
Αὐτοσθένης
αὐτοσί
αὐτοσίδαρος
αὐτοσίδηρος
αὐτόσιτος
αὐτοσκαπανεύς
αὐτοσκεύαστος
αὐτόσκευος
αὐτοσκεύως
αὐτόσκηνος
αὐτόσκωμμα
αὐτοσμικρόν
αὐτοσμικρός
αὐτοσμικρότης
αὐτοσοφία
αὐτόσοφος
αὐτόσπορος
αὐτόσσυτος
αὐτοσταδίη
αὐτοστάδιος
αὐτόστασις
αὐτοστατέω
…
αὑτός
Save
αὑτός, the same (crasis of ὁ αὐτός)
LSJ
αὑτός,
v.
sub
αὐτός
III.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}