Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτοσκεύως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτορ
αὐτορέγμων
αὐτορήτωρ
αὐτορίζα
αὐτόριζος
αὐτόροφος
αὐτόρρεκτος
αὐτόρρευστος
αὐτόρριζος
αὐτορριφής
αὐτόρρυτος
αὐτόρυτος
αὐτός
αὑτός
ἁὐτός
αὐτοσανδαράκη
αὐτόσαρξ
αὐτοσαυτόν
αὐτοσαυτοῦ
αὐτόσε
αὐτοσέβαστος
αὐτοσθενής
Αὐτοσθένης
αὐτοσί
αὐτοσίδαρος
αὐτοσίδηρος
αὐτόσιτος
αὐτοσκαπανεύς
αὐτοσκεύαστος
αὐτόσκευος
αὐτοσκεύως
αὐτόσκηνος
αὐτόσκωμμα
αὐτοσμικρόν
αὐτοσμικρός
αὐτοσμικρότης
αὐτοσοφία
αὐτόσοφος
αὐτόσπορος
αὐτόσσυτος
αὐτοσταδίη
αὐτοστάδιος
αὐτόστασις
αὐτοστατέω
αὐτόστατος
αὐτόστεγος
αὐτοστένακτος
αὐτοστέρεος
αὐτοστερέωμα
αὐτοστέριφος
αὐτόστοιχος
αὐτόστολος
αὐτοστοματί
αὐτοστόματος
αὐτόστονος
αὐτοστράτηγος
αὐτόστροφος
αὐτόστυλον
αὐτοσυμβαίνω
αὐτοσύμμετρος
αὐτοσυμφυής
…
αὐτοσκεύως
Save
Bailly 2024
αὐτοσκεύως,
adv. du préc.
Syn.
16
d
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}