Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀϋσταλέος
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Αὐσέες
Αὐσεῖς
Αὐσητανοί
Αὔσιγδα
Αὔσιγδος
αὐσιλιάριος
Αὐσίνζα
αὔσιον
αὔσιος
αὖσις
Αὔσκιοι
Αὐσόβας
αὐσόν
Αὖσον
Αὐσόνειος
Αὔσονες
Αὐσονία
Αὐσονίδης
Αὐσονιῆες
Αὐσονικός
Αὐσόνιος
Αὐσονίς
Αὐσονίτης
Αὐσονῖτις
αὖσος
αὐσός
αὖσπεξ
αὔσπιξ
αὐσταλέος
ἀυσταλέος
ἀϋσταλέος
Αὐστάνης
Αὔσταρμος
αὐστήρ
Αὐστήρα
αὐστηρία
αὐστηρόπρακτος
αὐστηρός
αὐστηρότης
αὐστηρῶς
Αὐσχίσαι
Αὔσων
Αὐσώνιος
αὐσωτοῦ
αὐτ
ἀυτά
αὐτάγαθος
αὐταγαθότης
αὐτάγγελος
αὐτάγγελτος
αὐτάγητος
αὐταγρεσία
αὐταγρεσίη
αὐτάγρετος
αὐτάγρευτος
αὐτάδελφος
αὐτάδης
Αὐταῖοι
αὐταίτιος
αὐταιώρητος
αὐτακολούθησις
…
ἀϋσταλέος
Save
Cunliffe Homer
ἀϋσταλέος
[αὔω1.]
Dry; hence, squalid, dirty
Od.
19.327.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}