βιοδώτης
βῐο-δώτης, ου, ὁ,
- = βιοδότης, of Apollo, AP 9.525.3; voc. βιοδῶτα IG 14.1015:—fem. βῐο-δῶτις, ιδος, Orph. H. 29.3.
βιο·δώτης, ου (ὁ) c. βιοδότης, Anth. 9, 525, 2.
βιοδώτης, ὁ, = βιοδότης, Anth. (IX.525), Apollo ; Nonn.
βιοδώτης
= βιοδότης, Anth.